Από την φιλόδοξη απόπειρα στο
μεταρρυθμιστικό λάθος
Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Δικηγόρου, τ. Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας
1. Η
αρχή της «νησιωτικότητας» στην διοικητική μεταρρύθμιση.
Με
το πρόγραμμα Καλλικράτης επιχειρείται η ουσιαστική ανακατανομή των αρμοδιοτήτων
μεταξύ των δύο επιπέδων τοπικής αυτοδιοίκησης – κατά κύριο λόγο- αλλά και
μεταξύ της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης κατά δεύτερο λόγο. Εκείνο όμως που είναι
αξιοσημείωτο είναι η εφαρμογή της αρχής
της νησιωτικότητας, για πρώτη φορά μετά την συμπερίληψη της ερμηνευτικής
διάταξης του άρθρου 101 του Συντάγματος 2001 για την νησιωτικότητα[1].
Ορίζονται επιπλέον αρμοδιότητες για τους
νησιώτικους δήμους, καταρχήν των τριών νησιώτικων περιφερειών, του Νοτίου
Αιγαίου, του Βορείου Αιγαίου και των Ιονίων Νήσων.
Συγκεκριμένα,
η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 101 Συντ. έχει ως εξής: «Ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση όταν δρα κανονιστικά έχουν
υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιώτικων περιοχών.» Πέραν
αυτής όμως ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρεται ειδικότερα προαγωγή της
οικονομίας των νησιώτικων περιοχών με την επιταγή του άρθρου 106, παρ.1 του
Συντ. όπου συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το «….το
Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα,
επιδιώκοντας να εξασφαλίζει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής
οικονομίας. .Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του
εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα,
για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της
οικονομίας των ορεινών, νησιώτικων και παραμεθόριων περιοχών».[2]
Αντίστοιχης
σημασίας είναι και η αναφορά της Συνθήκης του Άμστερνταμ που μεταξύ των άλλων
επιβεβαιώνει, στο άρθρο 158, ότι «Η Κοινότητα, προκειμένου να προαχθεί η
αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με
σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής. Η Κοινότητα αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση
των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση
της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, συμπεριλαμβανομένων
των αγροτικών περιοχών…[3].
Η
αναγνώριση της ιδιαιτερότητας και η προστασία του νησιώτικου χώρου στην
Ευρωπαϊκή Ένωση είχε βέβαια ως αφετηρία την Συνθήκη του Άμστερνταμ αλλά έκτοτε
αποτέλεσε διαρκή και επίμονη προσπάθεια εμβάθυνσης αυτής της πολιτικής στα
όργανα της Ένωσης παρότι δεν υπήρξε
πάντοτε αυτονόητη κατάκτηση και χρειάστηκε η συνεχής προσπάθεια των εκπροσώπων
των νησιωτικών περιοχών για την προώθηση και την κατοχύρωση των νησιωτικών
πολιτικών της Ένωσης. Σημαντικός σταθμός σε αυτή την προσπάθεια υπήρξε η «Διακήρυξη του Αιγαίου» που διατυπώθηκε
στο πλαίσιο του Συνεδρίου για την Εδαφική Συνοχή και τη Νησιωτικότητα στην
Ευρωπαϊκή Ένωση που πραγματοποιήθηκε στην Κω στις 28 Ιουνίου 2008. Μεταξύ των
άλλων η «Διακήρυξη του Αιγαίου»
προτείνει για περαιτέρω επεξεργασία θέματα όπως, η «προώθηση επαρκούς προσβασιμότητας σε κοινωνικές και άλλες υπηρεσίες
γενικού συμφέροντος ώστε να διασφαλιστεί η ισότητα και να αποφευχθούν οι
διακρίσεις μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών», η «σύνδεση των νησιών με τα Διευρωπαϊκά Δίκτυα, με στόχο τη βελτίωση της
προσβασιμότητας λαμβάνοντας όμως
υπόψη την ευαισθησία του οικοσυστήματος
κάθε νησιού», η «ανάπτυξη ενός νέου
Ταμείου που θα καλύπτει τις ιδιαίτερες ανάγκες των νησιωτικών περιοχών που οφείλονται στην κλιματική αλλαγή…»
Οι
ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών ως «συνδυασμός των φυσικών και κοινωνικοοικονομικών στοιχείων» συνθέτουν την έννοια τη « νησιωτικότητας».
Χαρακτηριστικά
της νησιωτικότητας είναι κυρίως η «σχετική
απομόνωση και η αίσθηση της μοναδικότητας» και η «ατελής πρόσβαση στις αγορές και τις δημόσιες υπηρεσίες και τα
προβλήματα στις μεταφορές» καθώς επίσης και « η
μικρή σχετικά κλίμακα και η εξαιρετικά ευρεία διαφοροποίηση των
ανθρωπίνων δραστηριοτήτων ……Η σχετικά περιορισμένη διαθεσιμότητα των
παραγωγικών πόρων. Η εξαιρετικά μεγάλες εποχικές διακυμάνσεις του ανθρώπινου
δυναμικού και των οικονομικών δραστηριοτήτων των νησιών. Τα δημογραφικά προβλήματα στα μικρά
νησιά»[4].
Οι
παραπάνω παράγοντες και άλλοι παραγόμενοι από αυτούς προσδιορίζουν και το
περιεχόμενο του διοικητικού προβλήματος των νησιών[5].
Η μικρή πληθυσμιακή ενότητα, με έντονες εποχιακές διακυμάνσεις που
πολλαπλασιάζουν τις ανάγκες σε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό τους θερινούς
μήνες ενώ καταλήγουν σε συνθήκες απομόνωσης και έλλειψης αντίστοιχων αναγκών
τους χειμερινούς μήνες, δηλαδή η περιοδικότητα του φόρτου εργασίας της
διοίκησης, η αδυναμία υπηρεσιακής αυτοτέλειας λόγω των προαναφερομένων συνθηκών, το αντίστοιχο υψηλό
οικονομικό κόστος για την συγκρότηση και διατήρηση υπηρεσιακών υποδομών που
απευθύνονται σε μικρό αριθμό χρηστών, όλα αυτά προσδιορίζουν το πρόβλημα της
διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας των νησιών.
Τα
προβλήματα είναι εντονότερα στις τρεις νησιώτικες περιφέρειες όπου αντιστοιχεί
μεγάλος αριθμός μικρών νησιών χωρίς να υπάγονται σε ηπειρωτική διοικητική
μονάδα. Από την άλλη πλευρά όμως η ομοιομορφία του ιδιαίτερου αυτού γεωγραφικού
χώρου επιτρέπει προσαρμογές των
διοικητικών συστημάτων στις ιδιαίτερες ανάγκες του νησιώτικου χώρου.
Ο
θεσμικός χώρος της Αυτοδιοίκησης, λόγω της έλλειψης της ιεραρχικής σχέσης
μεταξύ των επιπέδων διοίκησης και της
διοικητικής του αυτοτέλειας ενώ επιτρέπει την προσαρμογή ορισμένων λειτουργιών
στην ιδιαιτερότητα του νησιού παράλληλα δεν διευκολύνει την παροχή άλλων λειτουργιών
όπου υπάρχει η ανάγκη υπαγωγής δε ευρύτερο διοικητικό πεδίο.
2. «Νησιωτικότητα» και Καλλικράτης: μία
σχέση που «πελαγοδρομεί» στα κύματα του Αιγαίου
2.1. Οι
πρόσθετες αρμοδιότητες του άρθρου 204 του ν.3852/2010
Η ενσωμάτωση
πάντως των νομοθετικών επιλογών που καταστρώνουν την «νησιωτικότητα» δεν φαίνεται
να έτυχαν ούτε προηγούμενης σοβαρής επεξεργασίας ούτε να οφείλονται σε
συμπεράσματα πολιτικής και διοικητικής εμπειρίας.











