Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΗ/ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΣΤΗΝ «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΕΙΑ» ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ.

Άρθρο του
 Δημήτρη Ι. Κατσούλη
Νομικού,
 τ. Δημάρχου Αυλώνος Ευβοίας

1.       Εισαγωγή

Ο νόμος 3852/2010 (Πρόγραμμα Καλλικράτης) μεταξύ των πολλών καινοτομιών εισάγει στο θεσμικό πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης την λειτουργία της διαμεσολάβησης μεταξύ των  πολιτών και της δημοτικής ή περιφερειακής υπηρεσίας. Με το άρθρο 77 καταστρώνεται ο θεσμός του συμπαραστάτη του δημότη και του επιχειρηματία και με τα άρθρο  179 ο θεσμός του περιφερειακού συμπαραστάτη του  πολίτη και της επιχείρησης. Αντίστοιχοι θεσμοί δεν προϋπήρξαν  στην ελληνική αυτοδιοίκηση  σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες που έχουν προ πολλού καταστρώσει θεσμούς  διαμεσολάβησης και μερικές από αυτές (βλ. Σουηδία, Ιταλία, Γερμανία  κ.ο.κ.) έχουν πλούσια ιστορική εμπειρία.
Στην Ελλάδα βέβαια λειτουργεί σε εθνικό επίπεδο ο θεσμός του Συνηγόρου του Πολίτη και επιμέρους θεσμοί διαμεσολάβησης όπως  π.χ. τραπεζικός διαμεσολαβητής ή ο Συνήγορος του Καταναλωτή. Στον αντίποδα η γειτονική Ιταλία η οποία δεν έχει Διαμεσολαβητή σε εθνικό επίπεδο αλλά έχει τους περιφερειακούς Συνήγορους του Πολίτη (Difensore Civico Regionale) (Βλ. http://www.consiglio.regione.toscana.it/difensore/ )καθώς και του δημοτικούς Συνηγόρους του Πολίτη (Difensore Civico Comunale) σε 600 περίπου Δήμους (βλ. http://www.comune.pescara.it/internet/index.php?codice=117, http://www.comune.cormano.mi.it/comune/difensore_civico.asp, http://www.comune.corleone.pa.it/difensore.html. ). Η θέσπιση των δημοτικών Συνηγόρων του Πολίτη προβλέπεται από τα Καταστατικά (Statuto) των δήμων  και ως προς τον τρόπο ανάδειξης έχουν επηρεάσει αρκετά τον έλληνα νομοθέτη.
Στην Ελλάδα ο θεσμός του Συνήγορου του Πολίτη καταγράφει μία εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία  και κατά ευτυχή συγκυρία υπηρετήθηκε από δύο σημαντικές προσωπικότητες, τον Νικηφόρο Διαμαντούρο που  θεμελιώσε τον θεσμό και σήμερα κοσμεί για δεύτερη θητεία τον θεσμό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τον Γιώργο Καμίνη που κατά επίσης ευτυχή συγκυρία εξελέγη πλέον Δήμαρχος Αθηναίων, έτσι συναντάται – κατά κάποιο τρόπο- ο θεσμός με την τοπική αυτοδιοίκηση η οποία πολλές φορές είχε μπει στο στόχαστρο των Εκθέσεων του Συνηγόρου του Πολίτη, όχι απαραιτήτως αδικαιολόγητα.
Σήμερα λοιπόν  οι δημοτικές και περιφερειακές ηγεσίες καλούνται να ενσωματώσουν στην λειτουργία των δήμων και των περιφερειών την Διαμεσολάβηση με την επιλογή και την στήριξη των  θεσμών που οργανώνει ο «Καλλικράτης».

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ. Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΟΥΛΗ

1.       Εισαγωγή
Το σύστημα διακυβέρνησης των Δήμων και των Περιφερειών, όπως καταστρώνεται στον νόμο 3852/2010 (ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ), θεμελιώνεται σε ενιαίες αρχές οργάνωσης στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η συλλογικότητα, η διαφάνεια και η λογοδοσία. Πράγματι οι αρχές αυτές διέπουν κυρίως την λειτουργία των συλλογικών οργάνων και στοχεύουν στην εμπέδωση ενός νέου συμμετοχικού πολιτικού πολιτισμού.
Κοινή συνισταμένη είναι η συγκρότηση των διοικητικών επιτροπών  ως ενδιάμεσα όργανα εκτελεστικής λειτουργία μεταξύ των δύο άμεσα αιρετών οργάνων, του Δημάρχου και Περιφερειάρχη από την μία πλευρά και του Δημοτικού και περιφερειακού συμβουλίου από την άλλη. Η διάκριση μάλιστα της έννοιας διοικητική επιτροπή είναι αναγκαία προς αντιδιαστολή με τις επιτροπές εργασίας  των βουλευομένων οργάνων, του δημοτικού και του περιφερειακού συμβουλίου. Ως διοικητικές επιτροπές στους μεν δήμους εννοούνται: η εκτελεστική επιτροπή, η οικονομική επιτροπή και η επιτροπή ποιότητας ζωής  και στις περιφέρειες η εκτελεστική επιτροπή, η οικονομική επιτροπή και οι δύο προαιρετικές επιτροπές που μπορεί να συγκροτήσει το περιφερειακό συμβούλιο.
2.       Συγκρότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής
Η εκτελεστική επιτροπή στους δήμους αποτελείται από τον δήμαρχο[1] και τους αντιδημάρχους[2] και στις περιφέρειες από τον περιφερειάρχη[3] και τους αντιπεριφερειάρχες[4].
Στους μεν δήμους η σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής  αποφασίζεται μονομερώς από τον δήμαρχο ενώ στις περιφέρειες αποφασίζεται από τον περιφερειάρχη σε δύο φάσεις. Συγκεκριμένα ο υποψήφιος περιφερειάρχης ορίζοντας τους υποψηφίους αντιπεριφερειάρχες ανά περιφερειακή ενότητα ουσιαστικά συγκροτεί το σχήμα της εκτελεστικής επιτροπής η οποία θα λειτουργήσει εφόσον ο συνδυασμός του κερδίσει τις εκλογές. Δηλαδή να περισσότερα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής είναι γνωστά το εκλογικό σώμα πριν από την ετυμηγορία του. Επιπλέον ο περιφερειάρχης ορίζει άλλα τρία μέλη των  περιφερειακών συμβούλων και συμπληρώνει την σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής.  Είναι ίσως πραγματικός ο ισχυρισμός ότι η εκτελεστική επιτροπή των περιφερειών, στο μεγαλύτερο αριθμό των μελών της, έχει την άμεση λαϊκή νομιμοποίηση  εφόσον η επιλογή του πλειοψηφήσαντος συνδυασμού ενέχει και την επιλογή της σύνθεσης της εκτελεστικής επιτροπής.
Σε κάθε περίπτωση πάντως η σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής καθορίζεται είτε απόλυτα στην περίπτωση των δήμων είτε κυριαρχικά στην περίπτωση των περιφερειών από τον δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη αντίστοιχα. Το γεγονός αυτό συνάδει απόλυτα με τον ρόλο του δημάρχου ή του περιφερειάρχη ως πολιτικού και διοικητικού ηγέτη του δήμου ή της περιφέρειας αντίστοιχα, ως οιωνεί «κυβερνήτη» της αντίστοιχης αυτοδιοικητικής μονάδας, ο οποίος επιλέγει τους συνεργάτες του, από τα μέλη της πλειοψηφίας του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου, για να ασκήσει  την λειτουργία της τοπικής διακυβέρνησης
Ως τοπική διακυβέρνηση εννοείται το σύνολο των πολιτικών και διοικητικών λειτουργιών που είναι ικανές και αναγκαίες για την υλοποίηση των δημοτικών ή περιφερειακών πολιτικών όπως αυτές καταστρώνονται στο πλαίσιο των δημοτικών ή περιφερειακών προγραμμάτων δράσης, είτε των γενικών επιχειρησιακών σχεδίων είτε των τομεακών προγραμμάτων δράσης.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Άποψη Συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου (Καποδιστριακού)Δήμου Αυλώνος Ευβοίας
ΤΟ 2011 ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΕΡΟ
ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ
ΤΟ 2011 ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΟΥΛΗ: ΕΝΔΟΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ

Έκδοση της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ( ΕΕΤΑΑ)
1.    Εισαγωγή – Έννοια και θεσμοί της ενδοδημοτικής αποκέντρωσης

Ενδοδημοτική ή Δημοτική Αποκέντρωση είναι το σύστημα θεσμικών οργάνων και λειτουργιών που αναφέρονται σε τμήματα της δημοτικής περιφέρειας και στοχεύουν στην αποκεντρωμένη άσκηση δημοτικών αρμοδιοτήτων ή στην αποκεντρωμένη παροχή υπηρεσιών.
Ιστορικά η έννοια της ενδοδημοτικής αποκέντρωσης συνδυάστηκε με την θεσμική οργάνωση της συμμετοχής των πολιτών στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Τούτο προέκυψε αναπόφευκτα αφού σε μεγάλες χωρικές ενότητες, όπως είναι οι δήμοι των αστικών περιοχών είναι αδύνατη η άμεση συμμετοχή των πολιτών λόγω της δυσχερούς πρόσβασης στα τοπικά κέντρα λήψης των αποφάσεων. Έτσι από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, με την υπερμεγένθυνση των πόλεων, σε πολλούς ευρωπαϊκούς δήμους άρχισαν να οργανώνονται «συμβούλια γειτονιάς» τα οποία είχαν ως κύριο μέλημα την μεταφορά αιτημάτων προς την κεντρική δημοτική αρχή αλλά και τη διαχείριση των καθημερινών ζητημάτων της γειτονιάς. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία του θεσμού της δημοτικής αποκέντρωσης στους μεγάλους δήμους της Ιταλίας και σταδιακά, από το αυθόρμητο αίτημα των ενδοδημοτικών συμμετοχικών θεσμών, κατέληξε στην θεσμοθέτηση διαμέσου των δημοτικών κανονισμών των οργάνων της δημοτικής αποκέντρωσης τα οποία εκτός από φορείς μεταφοράς των αιτημάτων των πολιτών εξελίχθηκαν και σε όργανα διαχείρισης αποκεντρωμένων αρμοδιοτήτων των δήμων.
Στην Ελλάδα η πρώτη θεσμοθέτηση της δημοτικής απόκεντρωσης έγινε με τον Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα του 1980 όπου θεσμοθετήθηκε η διαίρεση των δήμων με πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων σε δημοτικά διαμερίσματα και η αποκέντρωση δημοτικών υπηρεσιών σε αυτά. Ουσιαστικά όμως ο νόμος που θεμελίωσε την δημοτική αποκέντρωση στην Ελλάδα ήταν ο νόμος 1270/1982 ο οποίος θεσμοθέτησε τα συμβούλια δημοτικού διαμερίσματος στους προαναφερόμενους μεγάλους δήμους και τα συνοικιακά συμβούλια στους υπόλοιπους δήμους της χώρας ενώ θεσμοθέτησε επίσης και τους παρέδρους των συνοικισμών στις πολυάριθμες τότε κοινότητες.
Τα διαμερισματικά συμβούλια εκλεγόνταν ταυτόχρονα με τις δημοτικές αρχές και είχαν την ευθύνη για την επίβλεψη της λειτουργίας των υπηρεσιών που αποκεντρώνοντας στο δημοτικό διαμέρισμα. Η προβλεπόμενη όμως από τον νόμο μεταβίβαση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων με απόφαση των οικείων δημοτικών συμβουλίων υπήρξε δειλή έως μηδενική επιβεβαιώνοντας τον κανόνα ότι η αποκέντρωση εξουσιών αποτελεί κυρίως πρόβλημα πολιτικού πολιτισμού και είναι δυσχερής για όσους κατέχουν την εξουσία. Εντούτοις τα διαμερισματικά συμβούλια απέκτησαν στοιχειώδη λειτουργικότητα και καταξιώθηκαν ως όργανα της ενδοδημοτικής αποκέντρωσης.
Αντίστοιχης λειτουργικότητας έτυχαν και οι πάρεδροι των συνοικισμών οι οποίοι εκλέγονταν ταυτόχρονα με τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια, είχαν δικαίωμα ψήφου για θέματα που αφορούσαν αποκλειστικά τον συνοικισμό τους και ανταποκρίθηκαν στην αναγκαιότητα θεσμικής εκπροσώπησης των συνοικισμών που συνήθως λόγω πληθυσμιακού μεγέθους βρισκόντουσαν στο περιθώριο του ενδιαφέροντος των κοινοτικών αρχών, ιδίως στις μεγαλύτερες κοινότητες.
Αντίθετα τα συνοικιακά συμβούλια θεμελιώθηκαν στην προαιρετικότητα και στην πολιτική βούληση των δημοτικών αρχών. Τα πρώτα, μετά το 1982, χρόνια ο θεσμός εξαπλώθηκε και οι Δήμοι συγκροτούσαν τα συνοικιακά συμβούλια και οργάνωναν την εκλογή τους με διάφορα εκλογικά συστήματα μεταξύ των οποίων πάντως η αριθμητική υπεροχή της εφαρμογής της απλής αναλογικής ήταν πασίδηλη.    Σταδιακά όμως ο θεσμός ατόνησε και περιήλθε σε παρακμή έως την ουσιαστική του πλέον απαξίωση. Η έλλειψη ενιαίας θεσμικής κατοχύρωσης, η πολυδιάσπαση των δημοτικών περιφερειών, η κομματική ή παραταξιακή πατρωνία και κυρίως η έλλειψη αποφασιστικών αρμοδιοτήτων αποτελούν τις βασικές αιτίες για την αποτυχία του θεσμού, παρότι στις αρχές της εφαρμογής του συνέβαλε καθοριστικά στην υλοποίηση της λαϊκής συμμετοχής στη τοπική διοίκηση, διαδικασίες που υπήρξαν πρωτοφανείς για την ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση και μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με την εποχή των θεσμών της Λαϊκή Αυτοδιοίκησης στην Κατοχή.
Το θεσμικό πλαίσιο της δημοτικής αποκέντρωσης καθιερώθηκε στο σύνολο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με τον νόμο 2359/1997, δηλαδή με τον νόμο του Προγράμματος «Ιωάννης Καποδίστριας». Έκτοτε όλοι οι καταργηθέντες ΟΤΑ που συναποτέλεσαν τους «καποδιστριακούς» δήμους  θεσμοθετήθηκαν ως «μονάδες» ενδοδημοτικής αποκέντρωσης, τα δημοτικά ή – εν συνεχεία- τοπικά διαμερίσματα στα οποία οι δημότες, ταυτόχρονα με την εκλογή της δημοτικής αρχής, εξέλεγαν τα τοπικά συμβούλια. Επικεφαλής κάθε τοπικού συμβουλίου ήταν ο πρόεδρός του ο οποίος κατά την πρώτη οκταετία εφαρμογής του θεσμού ήταν ταυτόχρονα και δημοτικός σύμβουλος και μετείχε ισότιμα στο Δημοτικό Συμβούλιο. Την τελευταία τετραετία (2003-2010) ο πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου δεν ήταν δημοτικός σύμβουλος αλλά μετείχε με δικαίωμα ψήφου στις συνεδριάσεις του δημοτικού Συμβουλίου μόνο για θέματα που αναφέρονται αποκλειστικά στο τοπικό του διαμέρισμα. Τα τοπικά συμβούλια είχαν ορισμένες κρίσιμες αρμοδιότητες εκ του νόμου αλλά το δημοτικό συμβούλιο είχε την ευχέρεια να μεταφέρει και άλλες αρμοδιότητες σε τομείς που μόνο ενδεικτικά προέβλεπε ο νόμος. Στην πράξη πάντως καταγράφεται η θεσμική υπερκινητικότητα του προέδρου του τοπικού συμβουλίου και πολύ λιγότερο η λειτουργία του συμβουλίου ως βουλευομένου οργάνου που εκφράζει το τοπικό διαμέρισμα.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

ΣΧΕΔΙΟ Π.Δ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΤΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ

(όπως υπεβλήθη στο Συμβούλιο Της Επικρατείας)

«Οργάνωση της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας ΟΤΑ»

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α) του άρθρου 222 του ν. 3852/10 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87)
β) του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄98)
2. Την αριθ. 2672/2009 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Υφυπουργού Οικονομικών Φίλιππου Σαχινίδη» (Β΄ 2408)
3.Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος προκαλείται σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού συνολική ετήσια δαπάνη ύψους δώδεκα εκατομμυρίων εννιακοσίων σαράντα χιλιάδων εξακοσίων (12.940.600) Ευρώ, η οποία, κατά το πρώτο έτος λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας, ανέρχεται στο ποσό των δεκατεσσάρων εκατομμυρίων τετρακοσίων πενήντα μιας χιλιάδων εκατό (14.451.100) Ευρώ. Η εν λόγω δαπάνη θα καλύπτεται από τις πιστώσεις που θα εγγράφονται κατ’ έτος στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Ειδ. Φ. 07-110, ΚΑΕ κατηγοριών 0200, 0700, 0800, 1000).
4. Την αριθ. ……… Γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του Υφυπουργού Οικονομικών.

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

ΤΜΗΜΑ Α΄
Διάρθρωση Οργανικών Μονάδων Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α.

Άρθρο 1
Διάρθρωση Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας ΟΤΑ

Η Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας ΟΤΑ που ιδρύθηκε με το άρθρο 215 του ν. 3852/2009 (Α΄87) στην έδρα κάθε Αποκεντρωμένης Διοίκησης ως αποκεντρωμένη υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό διαρθρώνεται στις εξής Διευθύνσεις:
α. Διεύθυνση Γενικών Υποθέσεων
β. Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων
γ. Διεύθυνση Τεχνικών Υποθέσεων

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΔΗΜΩΝ ΤΟΥ ¨ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ"

 Εισήγηση από το Εκπαιδετικό Υλικό του Ι.Τ.Α. για την ενημέρωση των νεοκλεγέντων Δημάρχων, Περιφερειαρχών και Αντιπεριφερειαρχών.


 


Με το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ», θεμελιώνεται εκ νέου η Πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση με λιγότερους και ισχυρότερους Δήμους σε όλη τη χώρα, οι οποίοι χωροθετούνται με βάση αντικειμενικά (γεωγραφικά, δημογραφικά, αναπτυξιακά κ.α.) κριτήρια, ικανοί για ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις, να αξιοποιούν, δυναμικά, την τεχνολογία και τις σύγχρονες μεθόδους διοίκησης, έτοιμοι να υποδεχθούν διευρυμένες αρμοδιότητες, ιδίως από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, στους τομείς, όπως της παιδείας, της πρόνοιας, της υγείας, της απασχόλησης, της έκδοσης οικοδομικών αδειών και πολεοδομικών εφαρμογών εντοπισμένης, χωρικά, ρύθμισης.
Υπό το ανωτέρω πρίσμα με πρόσθετο κριτήριο την αρχή της εγγύτητας των παρεχόμενων, προς τον πολίτη, υπηρεσιών και με γνώμονα, όπως έχει προαναφερθεί, το χαρακτήρα της υπόθεσης ως τοπικής, κατά συνεκτίμηση των διευρυμένων διοικητικών ορίων των νέων Δήμων απονέμεται σειρά πρόσθετων αρμοδιοτήτων, για τις οποίες καταβλήθηκε προσπάθεια να ενταχθούν στους ήδη διαμορφωμένους, από το άρθρο 75 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, θεματικούς τομείς αρμοδιοτήτων. Σημειώνεται ότι οι αρμοδιότητες αυτές ασκούντο, από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στον τομέα των πολεοδομικών εφαρμογών, στον αγροτικό τομέα, στον αναπτυξιακό, στη λειτουργική υποστήριξη των σχολικών δομών, στον τομέα του περιβάλλοντος, καθώς και σ’ εκείνο της εύρυθμης λειτουργίας των πόλεων.
Ορισμένες αρμοδιότητες στους τομείς Γεωργίας, Κτηνοτροφίας, Αλιείας, Δημόσιας Υγείας και Προστασίας του Περιβάλλοντος, θα ασκηθούν από 1-1-2013 με γνώμονα τη διασφάλιση πληρέστερων αντίστοιχων λειτουργικών υποδομών από τους δήμους, καθώς και την εξειδικευμένη στελέχωσή τους.

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Γιώργος Σωτηρέλης: Επιτελικό Κράτος: η νέα μεγάλη πρόκληση

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης
καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ο κόσμος του Επενδυτή" φ. 2-3 /10/2010
Σε πρόσφατο άρθρο του στο διαδίκτυο ο  πρωθυπουργός επισήμανε με έμφαση την ανάγκη εκτεταμένων αλλαγών στο κράτος. Η επισήμανση αυτή φαίνεται αυτονόητη. Πράγματι, αν κανείς θέλει να δει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει ότι τόσο η σημερινή οικονομική κατάρρευση  όσο  και πλείστες άλλες αγκυλώσεις της ελληνικής κοινωνίας ανάγονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην αδυναμία του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί έστω και στοιχειωδώς στα καθήκοντά του, τόσο ως θεσμικού μοχλού οικονομικής ανάπτυξης όσο και ως συνεκτικού στοιχείου του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, διότι συνδέεται με την προτεραιότητα της κυβέρνησης να προτάξει στο μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές, αγνοώντας τις περί του αντιθέτου αφελείς και ανιστόρητες προτροπές να ασχοληθεί μόνο με την οικονομία και να αφήσει όλα τα άλλα, σαν δήθεν πολυτελή και περιττά.