Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΥΣ


Απόσπασμα από την Έκθεση 2012

1.    Βελτίωση της διαδικασίας βεβαίωσης οφειλών προερχόμενων από παραβάσεις διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και ενημέρωση των οφειλετών

Μεγάλος αριθμός πολιτών ανέφεραν ότι δεν είχαν λάβει το προοριζόμενο για τον παραβάτη αντίγραφο της βεβαιώσεως παραβάσεως οχήματος (κλήση), που τοποθετείται από το αστυνομικό όργανο στον ανεμοθώρακα (παρμπρίζ) του οχήματος. Το μεγάλο χρονικό περιθώριο που διαθέτουν οι ΟΤΑ, προκειμένου να αναζητήσουν καταρχάς τους οφειλέτες των ποσών των προστίμων και στη συνέχεια να ολοκληρώσουν τα επόμενα στάδια της διαδικασίας βεβαίωσης και είσπραξής τους, είναι ο βασικός λόγος δημιουργίας των προβλημάτων στις αναφορές των πολιτών. Οι ενδιαφερόμενοι καταλήγουν να λάβουν γνώση για πρώτη φορά μιας παράβασης που φέρονται να είχαν διαπράξει, πολλά έτη μετά από τον χρόνο πραγματοποίησής της (πέντε, έξι ακόμη και μετά από δέκα έτη). Κατά συνέπεια δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες στους πολίτες τόσο για την τέλεση της ίδιας της παράβασης, όσο και για το ενδεχόμενο να έχει ήδη εξοφληθεί το χρέος. 
Με τον νέο ΚΟΚ, από 23-2-2007 και εξής εισήχθησαν ρητές προθεσμίες βεβαίωσης και είσπραξης των διοικητικών προστίμων από τους ΟΤΑ Α΄ βαθμού, τόσο στις περιπτώσεις εκείνες που οι παραβάτες καταλαμβάνονται επ΄ αυτοφώρω, όσο και στις περιπτώσεις που οι παραβάτες είναι απόντες κατά την επίδοση της πράξης βεβαίωσης της παράβασης από το αστυνομικό όργανο.  Ωστόσο, το θεσμικό πλαίσιο βεβαίωσης και είσπραξης των διοικητικών προστίμων του ΚΟΚ, από παραβάσεις διατάξεων για στάση και στάθμευση που είχαν επιβληθεί έως και την 23η-2-2007 εξακολουθεί να απασχολεί έντονα τον Συνήγορο του Πολίτη. 
Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει:
1. Τη χρήση της βάσης δεδομένων του Υπουργείου Μεταφορών κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας για την είσπραξη του ποσού του προστίμου, το οποίο είναι η σύνταξη και η αποστολή από τον ΟΤΑ της πρώτης ατομικής ειδοποίησης στον παραβάτη, προκειμένου να εξασφαλισθεί η άμεση, σε σχέση με την ημερομηνία της παράβασης, αποστολή της πρώτης ατομικής ειδοποίησης.  Παράλληλα, σε συνεργασία με το ΚΕΠΥΟ, θα ήταν δυνατή η αναζήτηση του ΑΦΜ του παραβάτη, προκειμένου να προχωρήσει η υπηρεσία στην πλήρη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου και στην ταμειακή βεβαίωση της οφειλής.
2. Επιπλέον, ενόψει της έκδοσης της κοινής υπουργικής απόφασης κατ’ εξουσιοδότηση του ΚΟΚ πρέπει να ρυθμιστούν τα εξής θέματα: 
α. Η αποστολή από τους ΟΤΑ της πρώτης ατομικής ειδοποίησης, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που θα περιέλθει στον ΟΤΑ η πράξη βεβαίωσης της παράβασης, (της ίδιας που ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 104 του νέου ΚΟΚ).
β.  Η σύντμηση σε εύλογο χρονικό διάστημα (π.χ. τριετία) του εικοσαετούς χρόνου παραγραφής από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής, για την απαίτηση από τον Δήμο ή την Κοινότητα της οφειλής από πρόστιμο λόγω παρανόμου σταθμεύσεως. 
3. Ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ένα εξίσου σημαντικό με τα ανωτέρω ζήτημα, αυτό της αδυναμίας των πολιτών να αποδείξουν το βάσιμο των ισχυρισμών τους περί της μη τελέσεως αυτής καθ’ εαυτήν της παράβασης και εμμένει στην πρόταση που είχε υποβάλει παλαιότερα στη διοίκηση και συγκεκριμένα την απεικόνιση της παράβασης με χρήση νέων τεχνολογιών (στο πλαίσιο των υφιστάμενων αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα).  Η εκτύπωση των φωτογραφιών σκόπιμο θα ήταν να γίνεται μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο παραβάτης, έχοντας γνώση ότι η υπηρεσία διαθέτει φωτογραφικό υλικό, προβαίνει στην υποβολή μιας βάσιμης ένστασης.

2.   Εκσυγχρονισμός θεσμικού πλαισίου για την επιβολή δημοτικών τελών, φόρων, εισφορών και δικαιωμάτων

Ο Συνήγορος του Πολίτη  στη διάρκεια της λειτουργίας του έχει δεχθεί πλήθος αναφορών, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο  την επιβολή  οικονομικών επιβαρύνσεων εκ μέρους των  ΟΤΑ Α’ και Β΄ βαθμού, που οι δημότες καλούνται να καταβάλουν υπό μορφή ανταποδοτικών τελών (ύδρευσης, καθαριότητας και φωτισμού, ποικίλων δυνητικών ανταποδοτικών τελών, τελών κοινοχρήστων χώρων, εισφορών για κατασκευή αποχετευτικών αγωγών κ.ά.).
Όπως επισημαίνεται στις Ετήσιες Εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, η κανονιστική δράση των  ΟΤΑ, στο πεδίο επιβολής και είσπραξης εσόδων, συχνά παρουσιάζει σφάλματα που θα οδηγούσαν στην ακύρωση των σχετικών αποφάσεων, εάν αυτές κρίνονταν κατ’ουσίαν από τα δικαστήρια.
Το αποτέλεσμα αυτής της δράσης τους είναι αναμφίβολα η προσβολή των οικονομικών συμφερόντων των δημοτών και η περαιτέρω όξυνση των τοπικών προβλημάτων ενόψει και της ήδη επελθούσας  γενικότερης οικονομικής κρίσης. 
 Ο Συνήγορος του Πολίτη σταθερά επισημαίνει στους ΟΤΑ την υποχρέωση και ανάγκη για ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας και νομολογίας. Προτείνεται:
Η δημιουργία Κώδικα Δημοτικής Φορολογίας, ώστε να εκσυγχρονιστεί το θεσμικό πλαίσιο και να υπάρξει σύννομη επιβολή εισφορών, τελών και δικαιωμάτων, με όρους διαφάνειας και χρηστής οικονομικής διαχείρισης. 


3    Για την αποφυγή αυθαιρεσιών στις προσλήψεις ως προς την εντοπιότητα: α) Επανεξέταση του κριτηρίου της εντοπιότητας και της μόνιμης κατοικίας ως προς τις προσλήψεις. β) Όσο διατηρείται το κριτήριο αυτό,  η  βεβαίωση μόνιμης κατοικίας σε Ευρωπαίους πολίτες να περιλαμβάνει την διαπίστωση τουλάχιστον διετούς παραμονή τους στα όρια του Δήμου, για την ισότιμη συμμετοχή τους σε προκηρύξεις του ΑΣΕΠ)

Ο Συνήγορος του Πολίτη εκπόνησε Ειδική Έκθεση (Ιούλιος 2009) με θέμα Το κριτήριο της εντοπιότητας και η βεβαίωση μόνιμης κατοικίας. Το κριτήριο της «εντοπιότητας» έχει αποτελέσει, κυρίως τα τελευταία χρόνια, κριτήριο για την απόλαυση ορισμένων δικαιωμάτων και προϋπόθεση για την ικανοποίηση αιτημάτων αστικής κατάστασης και τη διεκδίκηση διαφόρων παροχών (προσλήψεις, μεταδημοτεύσεις, ενίσχυση πυροπαθών, άδεια εκμετάλλευσης περιπτέρου κλπ.).
Η βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση εγγραφής στα δημοτολόγια, πιστοποιεί την εκπλήρωση του κριτήριου εντοπιότητας. Από τη μελέτη του σχετικού νομοθετικού πλαισίου και του τρόπου εφαρμογής του, ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε ότι η διαδικασία για τη χορήγηση της βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας πάσχει λόγω της διάστασης μεταξύ πραγματικής και προκύπτουσας από τα αποδεικτικά στοιχεία κατοικίας. Ελλείψει υποχρέωσης δήλωσης της μόνιμης κατοικίας, δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος πιστοποίησης της μόνιμης κατοικίας των διαμενόντων στην Ελλάδα, ούτε συγκεκριμένος αριθμός ή/και είδος δικαιολογητικών από τα οποία να προκύπτει με ασφάλεια ο τόπος μόνιμης κατοικίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση βεβαιώσεων αμφίβολης ακρίβειας και τις διαρκείς αμφισβητήσεις είτε από ενδιαφερόμενους είτε από δημόσιες υπηρεσίες για ευνοιοκρατικές ή αυθαίρετες διαδικασίες.
Ειδικότερο πρόβλημα αποτελεί η μη χορήγηση από τους Δήμους βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας με αναγραφή χρονικού διαστήματος τουλάχιστον διετίας, στις περιπτώσεις που ευρωπαίοι πολίτες συμμετέχουν σε διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού στις οποίες μοριοδοτείται, μεταξύ άλλων, ο βαθμός εντοπιότητας. Οι εν λόγω υποψήφιοι, βάσει γνωμοδότησης του ΝΣΚ (50/2007), πρέπει να εξομοιώνονται πλήρως με τους δημότες και να κατατάσσονται στους πίνακες υποψηφίων που διαθέτουν α΄ βαθμό εντοπιότητας, εφόσον μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη στενών δεσμών με τον οικείο Δήμο, ένας δε πρόσφορος τρόπος απόδειξης, θεωρείται η ενδεικτική εγγραφή σε οικογενειακή μερίδα του δημοτολογίου. Με την υπ’ αριθμ. 6/09.05.07 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ, έχει ορισθεί ότι οι ανωτέρω υποψήφιοι πρέπει να προσκομίζουν μεταξύ των δικαιολογητικών βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, χρονικού διαστήματος τουλάχιστον διετίας. Ωστόσο, οι περισσότεροι Δήμοι δεν γνωρίζουν την ανωτέρω προϋπόθεση και χορηγούν στους υποψηφίους αυτούς βεβαίωση μόνιμης κατοικίας, χωρίς αναγραφή συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει:
α) Την επανεξέταση της σκοπιμότητας του κριτηρίου της εντοπιότητας και της μόνιμης κατοικίας, όπου ισχύει σε προσλήψεις προσωπικού, στην κατεύθυνση της κατάργησης της μοριοδότησής του.
β) Όσο διατηρείται το κριτήριο εντοπιότητας στις προσλήψεις, να  εξετασθεί το ενδεχόμενο αποστολής σε όλους τους Δήμους της χώρας εγκυκλίου, προκειμένου, σε περίπτωση που ευρωπαίος πολίτης, επιθυμεί να συμμετάσχει σε διαδικασία πρόσληψης προσωπικού, στην οποία λαμβάνεται ο βαθμός εντοπιότητας για την κατάταξη στους σχετικούς πίνακες υποψηφίων, ο οικείος Δήμος να μεριμνά ώστε στη σχετική βεβαίωση μόνιμης κατοικίας να γίνεται αναφορά σε τουλάχιστον διετή διαμονή του υποψηφίου, εφόσον βεβαίως αποδεδειγμένα τούτη ισχύει.

4. Δημιουργία ειδικού μητρώου μόνιμων κατοίκων

Η βεβαίωση μόνιμης κατοικίας συναρτάται, όπως προαναφέρθηκε, με την πλήρωση ποικίλων προϋποθέσεων της νομοθεσίας, εκτός από τις προσλήψεις, λ.χ. μεταδημοτεύσεις, ιδιότητα πυροπαθούς κ.α. Η δημιουργία ηλεκτρονικού μητρώου μονίμων κατοίκων επιβάλλεται για την υποστήριξη του εξορθολογισμού της όλης διαδικασίας.
Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει:
Τη δημιουργία ειδικού μητρώου, στο οποίο κάθε κάτοικος της χώρας να υποχρεούται να δηλώσει έναν και μόνο δήμο μόνιμης κατοικίας. Περαιτέρω, η πολιτεία να υποχρεούται σε ηλεκτρονική διασταύρωση της μοναδικότητας της δήλωσης ώστε κάθε πολίτης να μπορεί να δηλώσει μόνον έναν δήμο. Σε περίπτωση μετακίνησης, ο πολίτης να υποχρεούται να δηλώσει την αλλαγή του δήμου, προτού προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή του με το δημόσιο ή ΔΕΚΟ.

5.     Ρύθμιση των όρων χορήγησης πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών                                          

Λόγω της αυξημένης σημασίας του εν λόγω πιστοποιητικού για την άσκηση κληρονομικών δικαιωμάτων, οι δήμοι της χώρας θέτουν προσκόμματα στη χορήγησή του, ερμηνεύοντας στενά τη σχετική αρμοδιότητά τους. Η στάση αυτή των δήμων ενισχύεται από το ανεπαρκές και πεπαλαιωμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο διέπει τη χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού και αφήνει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στον δήμαρχο, ενίοτε δε επιτρέπει και την υπερβαλλόντως στενή ερμηνεία του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος (π.χ. αποκλείονται οι οφειλέτες του θανόντος, ως μη όντες συγγενείς). Η παραπομπή των πολιτών από τους δήμους στα δικαστήρια για την έκδοση κληρονομητηρίου, προκειμένου να αποφύγουν την έκδοση του πιστοποιητικού, έχει ως αποτέλεσμα την ταλαιπωρία του πολίτη και την επιβάρυνση της Δικαιοσύνης.
Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει:
(α) Η ρύθμιση για τους όρους χορήγησης του Πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών, η οποία προς το παρόν υπάρχει μόνο στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί πολιτικών συντάξεων, να ενταχθεί στο Κεφάλαιο «Αρμοδιότητες Δημάρχου», άρθρο 86 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006),
(β) Να συμπληρωθεί η νομοθετική πρόβλεψη ως εξής : «το Πιστοποιητικό χορηγείται σε όποιον αποδεικνύει έννομο συμφέρον»,
(γ) Να εκδοθεί νέα εγκύκλιος προς τους Δήμους η οποία θα δίνει σαφείς οδηγίες για την εφαρμογή της διάταξης.

6.    Τροποποίηση ληξιαρχικών πράξεων και εγκύκλιες οδηγίες ως προς α) τη δήλωση γέννησης κι από τους δύο γονείς, β) τη σαφή διάκριση ονοματοδοσίας και βάπτισης, γ) τη θέσπιση χρονικού περιορισμού για τη δήλωση κυρίου ονόματος

α) Το άρ.21 του Ν.344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» προβλέπει «1. Υπόχρεοι προς δήλωσιν γεννήσεως είναι : α) ο πατήρ, β) ο ιατρός, γ) η μαία και δ) πας οιοσδήποτε παραστάς κατά τον τοκετόν. …3) Η δήλωσις δύναται να γίνη και υπό της μητρός ή αντιπροσώπου αυτής, έχοντος ειδικήν εντολήν δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου». Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου, ώστε να συνάδει με τις ισχύουσες διατάξεις για τη γονική μέριμνα (η οποία είναι καθήκον και δικαίωμα και των δύο γονέων), ορίζοντας ότι υπόχρεοι για τη δήλωση γέννησης είναι τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα του παιδιού (με αρ.πρωτ.15254.1/08 από 25.11.2008 έγγραφο προς τη Δ/νση Αστικής & Δημοτικής Κατάστασης).
β) Παρότι σύμφωνα με το Ν.344/1976 είναι σαφής η διάκριση μεταξύ ονοματοδοσίας (με την οποία αποδίδεται όνομα στο τέκνο και προϋποθέτει κοινή δήλωση των γονέων) και βάπτισης (που αποδίδει θρήσκευμα, ενώ το «τυχόν δοθέν όνομα» κατ’ αυτήν αναγράφεται απλώς στο περιθώριο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης), παγίως στα ληξιαρχεία καταχωρείται ως κύριο όνομα το δοθέν κατά τη βάπτιση. Η πρακτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις που οι γονείς διαφωνούν (συνήθως όταν βρίσκονται σε διάσταση) και ο ένας μόνος προβαίνει σε βάπτιση, να απαιτείται στη συνέχεια από τον άλλο να ακολουθήσει τη διαδικασία για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης με έκδοση δικαστικής απόφασης.
Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει εκ νέου την έκδοση εγκυκλίου προς τους Ληξιάρχους για την παροχή λεπτομερέστατων οδηγιών σχετικά με τη συμπλήρωση κάθε σχετικού πεδίου του εντύπου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Την πρόταση αυτή έχει διατυπώσει στο παρελθόν ο Συνήγορος χωρίς ανταπόκριση, παρόλο που το Υπουργείο προβαίνει στην ενημέρωση αυτή όταν του ζητείται ατομικά από συγκεκριμένο ληξιαρχείο.
γ) Ο Συνήγορος του Πολίτη έχει παρατηρήσει περιπτώσεις παιδιών (συνήθως πολιτών Ρομά, που αγνοούν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν, ή χωρισμένων γονέων, που αδυνατούν να συμφωνήσουν για το όνομα του τέκνου), τα οποία παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους στερούνται νομίμου κύριου ονόματος. Αυτό δημιουργεί αφενός πρόβλημα στις συναλλαγές τους με το Δημόσιο, αφετέρου πρόβλημα ταυτότητας και παρεμπόδιση της διαδικασίας κοινωνικοποίησής τους. Το άρθρο 7 παρ.1 της ΔΣΔΠ, ορίζει ότι το παιδί εγγράφεται στο ληξιαρχείο αμέσως μετά τη γέννησή του. Η εσωτερική μας νομοθεσία επιβάλλει την εγγραφή του παιδιού «εντός δέκα ημερών από του τοκετού» (άρθρ.20 Ν.344/1976). Η εγγραφή αυτή του παιδιού δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς το κύριο όνομα του παιδιού, που αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του -αφού άλλωστε το όνομα αποτελεί στοιχείο που υποχρεωτικά πρέπει να περιληφθεί στη ληξιαρχική πράξη γέννησης (άρθρ.22 Ν.344/1976)-. Επομένως, η συμπλήρωση του σχετικού πεδίου της ληξιαρχικής πράξης θα πρέπει να λαμβάνει χώρα σε εύλογα σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη γέννηση του τέκνου.
Ο Συνήγορος προτείνει αφενός να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση, που να επιβάλλει χρονικό περιορισμό στη δήλωση του ονόματος του τέκνου, αφετέρου να καταστεί σαφές προς τους γονείς ότι η απόδοση ονόματος στο τέκνο δεν αποτελεί δικαίωμά τους, η άσκηση του οποίου εναπόκειται στη διακριτική τους ευχέρεια, αλλά ότι το δικαίωμα στο όνομα είναι δικαίωμα του παιδιού, για το οποίο οι γονείς έχουν την ευθύνη για την άσκησή του. Επομένως θα πρέπει να αναληφθεί παράλληλα πρωτοβουλία του Υπουργείου για τη σχετική ενημέρωση του κοινού, των επαγγελματιών και των αρμόδιων υπηρεσιών.

7.   Ελάφρυνση της διοικητικής διαδικασίας σε προβλήματα δημοτολογίου
Πολίτες που ζητούν πρόσφατο πιστοποιητικό γέννησης για εξυπηρέτηση διοικητικού αιτήματος (αλλαγή δελτίου ταυτότητας, μεταδημότευση κ.ά.) διαπιστώνουν ότι προσωπικά τους στοιχεία είναι διαφοροποιημένα σε σχέση με αυτά που γνώριζαν οι ίδιοι και που αναγράφονται στην αστυνομική ταυτότητά τους και με τα οποία ανέκαθεν αυτοπροσδιορίζονταν και συναλλάσσονταν με τη διοίκηση.
Συχνές περιπτώσεις είναι η εμφάνιση διαφορετικής ημερομηνίας γέννησης (όχι απαραίτητα έτους), η διαφορετική γραφή του ονοματεπωνύμου του πολίτη ή η διαφορετική γραφή του ονοματεπωνύμου των γονέων του.
Η διαφορετική εγγραφή έχει ως επακόλουθο το πρόβλημα ταυτοπροσωπίας του πολίτη με τις εγγραφές που υπάρχουν σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες (εθνικές και αλλοδαπές) και τον αφορούν, με αποτέλεσμα τη διακοπή της εξυπηρέτησής του απ' αυτές (π.χ. μη καταβολή σύνταξης από αλλοδαπές αρχές). Μάλιστα, το εύρος των συναλλαγών των πολιτών με τη διοίκηση είναι τόσο μεγάλο, ώστε το πρόβλημα να διαιωνίζεται συνεχώς και, στην πράξη, να μην μπορεί να επιλυθεί ποτέ.
Το πρόβλημα οφείλεται κυρίως στις συνεχείς διοικητικές αναδιαρθρώσεις των ΟΤΑ των τελευταίων ετών, και, ιδίως, στη μηχανογράφηση των δημοτολογικών στοιχείων που αυτοί τηρούν και τη συγκέντρωσή τους σε κεντρικό σημείο. Διαπιστώνονται, δηλαδή, κατά τη μεταφορά των στοιχείων, εσφαλμένες καταχωρίσεις στα οικεία βιβλία, που διορθώνονται αυτεπάγγελτα στο ορθό χωρίς να ενημερωθεί ο πολίτης. Διαπιστώνεται π.χ. ότι στο χειρόγραφο δημοτολόγιο κοινότητας έχει καταχωριστεί εσφαλμένη ημερομηνία γέννησης πολίτη, διαφορετική από αυτήν που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη γέννησής του. Η Διοίκηση διορθώνει το σφάλμα κατά τη μηχανογραφική καταχώριση των στοιχείων και ο διοικούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με κρίσιμη αλλαγή που δεν γνώριζε, τις επιπτώσεις της οποίας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει χωρίς υπερβολικό κόστος και ταλαιπωρία. Υπογραμμίζεται ότι οι διορθώσεις αυτές, στην πλειοψηφία τους, αφορούν πολίτες που βρίσκονται πλέον σε προχωρημένη ηλικία. Αφορούν, δηλαδή, εγγραφές, που είχαν καταχωριστεί πριν από τριάντα, σαράντα ή και περισσότερα χρόνια.
Βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου, οι εγγραφές στο δημοτολόγιο εξαρτώνται πρωτίστως από τις αντίστοιχες ληξιαρχικές εγγραφές. Παρόλο που για να διεκπεραιώσει τις συναλλαγές του με τη Διοίκηση ο πολίτης χρειάζεται συνήθως μόνον κάποιο πιστοποιητικό με στοιχεία δημοτολογίου, ωστόσο σε αμφισβήτηση των στοιχείων που αυτό περιέχει, υπερισχύει η αντίστοιχη εγγραφή στα ληξιαρχικά βιβλία.
Για τη διόρθωση, όμως, στοιχείων ληξιαρχικής πράξης απαιτείται απόφαση δικαστηρίου (αρ. 13 Ν. 344/76). Παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις (αρ. 13§2) υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης των στοιχείων με εισαγγελική εντολή, οι ΟΤΑ συχνά αποφεύγουν την λύση αυτή, χωρίς να είναι σαφείς οι λόγοι αυτής της πρακτικής, ενώ οι ίδιες οι εισαγγελικές αρχές συχνά αρνούνται να ικανοποιήσουν το αίτημα του πολίτη παραπέμποντας σε απόφαση δικαστηρίου.
Τα ανωτέρω είναι προφανές ότι προκαλούν δυσχέρειες στις συναλλαγές των πολιτών με τη διοίκηση και τον επιβαρύνουν με κόστος και ταλαιπωρία μέχρι να επιλυθεί (αν ποτέ επιλυθεί πλήρως) το πρόβλημά του.
Ο Συνήγορος προτείνει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προκύπτει εσφαλμένη εγγραφή στο δημοτολόγιο όσον αφορά στην ημερομηνία γέννησης, στα ονοματεπωνυμικά στοιχεία πολίτη ή στα ονοματεπωνυμικά στοιχεία των γονέων του που έχουν αποβιώσει και εφόσον με αυτή την εγγραφή ο πολίτης έχει συναλλαγεί με τη Διοίκηση για πολλά έτη, χωρίς ευθύνη δική του, να παραμένει η εγγραφή στο δημοτολόγιο ως έχει και να μη διορθώνεται, αδιάφορα αν αποκλίνει από την αντίστοιχη των ληξιαρχικών βιβλίων.
Η διατήρηση της εγγραφής θα γίνεται με απλή πράξη του Δημάρχου.
Η ευθύνη της Διοίκησης για τη διαφοροποίηση των στοιχείων προκύπτει από την απουσία έγκαιρων ενεργειών της για διόρθωση του προβλήματος (πχ. παλαιό έγγραφο προς τον πολίτη για αποκατάσταση της διαφοράς, παλαιά σχετική πράξη του αρμόδιου οργάνου κ.ά.).

8.    Δημοτολογική καταγραφή ελλήνων τσιγγάνων βάσει ειδικής απογραφής

Σε ειδική έκθεσή του (2009), ο Συνήγορος έχει προτείνει την επίλυση του χρόνιου προβλήματος δημοτολογικής αφάνειας των ελλήνων τσιγγάνων με νομοθετική διευθέτηση μιάς ευέλικτης διαδικασίας για την απόδειξη κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας με βάση τα κριτήρια του ισχύοντος Κώδικα Ιθαγένειας, δηλαδή τη γέννηση από έλληνες πολίτες  ή τη γέννηση σε ελληνικό έδαφος από γονείς απροσδιόριστης ιθαγένειας. Ειδικότερα, προτείνεται η απ’ ευθείας εγγραφή στο δημοτολόγιο κατά παράκαμψη τόσο του καθορισμού ιθαγένειας, όσο και της ληξιαρχικής εγγραφής. Για τη συντόμευση αυτή απαιτείται νομοθετική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο μεν τυπικός καθορισμός (κατ’ άρθρο 25 § 2 ΚΕΙ) θα αντικατασταθεί από συνοπτική και αθρόα αναγνώριση ιθαγένειας βάσει ειδικής απογραφής, η δε δημοτολογική εγγραφή θα καταστεί δυνατή ακόμη και χωρίς προηγούμενη ληξιαρχική πράξη γέννησης, κατ’ εξαίρεση από την ισχύουσα ρύθμιση (άρθρο 1 υ.α. Φ.42301/12168/95). Το αρμόδιο όργανο θα καταγράφει τους έλληνες τσιγγάνους και θα προκαλεί αυτεπαγγέλτως την εγγραφή τους στο δημοτολόγιο βάσει των στοιχείων της ειδικής απογραφής, δηλαδή χωρίς ξεχωριστή πράξη.

9.   ΟΤΑ-Λειτουργία Κοιμητηρίων: ενημέρωση προ εκταφής  

Προτείνεται να μην γίνονται εκταφές χωρίς προηγούμενη έγκαιρη ενημέρωση των ενδιαφερομένων (λ.χ. 2 μήνες πριν) με επιστολή, με την οποία θα τους γνωστοποιούνται δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους καθώς και τυχόν οφειλές τους προς την δημοτική αρχή.

3.10.      Άρση της διακριτικής ευχέρειας ΟΤΑ για οριστική σφράγιση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, ώστε αυτή να επιβάλλεται μετά από ορισμένο αριθμό παραβάσεων

Έχουν παρατηρηθεί δυσκολίες και άνιση εφαρμογή του νόμου στη σφράγιση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος στα οποία έχουν διαπιστωθεί επανειλημμένες παραβάσεις, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη κύρωση  της οριστικής αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της οικείας δημοτικής αρχής.
Ενώ θεσπίζεται με το ν.3463/2006 υποχρέωση λήψης απόφασης εντός είκοσι ημερών από τα αρμόδια όργανα ΟΤΑ, η πρόβλεψη αυτή δεν συνεπάγεται δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης να προβεί στη σφράγιση, καθότι ερμηνεύεται ότι το αποφασιστικό όργανο οφείλει απλώς να συγκληθεί εντός της ρητώς οριζόμενης προθεσμίας και να εξετάσει τις προϋποθέσεις οριστικής σφράγισης του καταστήματος. Προτείνεται για λόγους ασφάλειας δικαίου και ισονομίας η τροποποίηση του ν. 3463/2006 ως προς τη διακριτική ευχέρεια των ΟΤΑ ώστε η οριστική σφράγιση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος να επέρχεται μετά από ορισμένο αριθμό παραβάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου