Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

ΕΠΙΤΕΛΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ- ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ- ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ: ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ


Εισήγηση Πάνου Σκοτινιώτη,
 Δημάρχου Βόλου.

Η εισήγηση αποτελεί μέρος του κρίση-μου σεμιναρίου της Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας που έγινε την Τρίτη 27/11 με θέμα:
ΕΠΙΤΕΛΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ – ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ – ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ:
ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Μπαίνω κατευθείαν στο θέμα: Γιατί λοιπόν αναθεμελίωση του διοικητικού συστήματος; Η αναγκαιότητά της θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι στη ρίζα του κακού που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η χώρα μας δεν βρίσκεται μόνο η οικονομία, όσο, ίσως και πρωτίστως, η  αδυναμία του διοικητικού συστήματος και ευρύτερα του συστήματος διακυβέρνησης να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν αποτελεσματικά δημόσιες πολιτικές. Οι διαρθρωτικές αλλαγές, συνεπώς, για τη ριζική ανασύνταξη του κράτους, αποτελούν απάντηση στην πολύπλευρη κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα. Η προβληματική δομή και η ραγδαία επιδείνωση της λειτουργίας του κράτους τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, υπήρξε βασικός παράγοντας για τη γιγάντωση του δημοσιονομικού προβλήματος και σοβαρό εμπόδιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής συνοχής.
Απαιτείται λοιπόν συνολικό σχέδιο για την ανάταξη του κράτους, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου εθνικού σχεδίου ανόρθωσης και ανασυγκρότησης, που θα υπερβαίνει τα μνημόνια και θα διευρύνει συνεχώς τα περιθώρια αυτοδύναμης πορείας της χώρας μας.
Όταν αναφερόμαστε σε συνολικό σχέδιο  για την ανάταξη του κράτους, εννοούμε όλες τις αναγκαίες λειτουργικές και οργανωτικές ανακατατάξεις στο πεδίο του διοικητικού μας συστήματος, το οποίο (διοικητικό σύστημα) θα πρέπει νοείται  ως λειτουργική ενότητα που περιλαμβάνει όχι μόνο το κράτος αλλά και την Τ.Α.
Θεωρούμε πως θα πρέπει να υπερβούμε την ανούσια και αντιεπιστημονική αντίθεση ανάμεσα σε κρατιστές και αντικρατιστές.  Διότι ανάμεσα στη συνηγορία και την κατηγορία για το Δημόσιο, υπάρχει ο χώρος της ριζοσπαστικής μεταρρύθμισής του, ώστε να είναι σε θέση να λειτουργεί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα  δημόσια και κοινωνικά αγαθά (περιβάλλον, παιδεία, υγεία, νερό, διατροφική αλυσίδα κλπ.), και αυτή προκρίνουμε.  Πριν από τη χρεοκοπία της χώρας, η Δ.Δ. αποτελούσε βαθιά πληγή για την κοινωνία. Πλέον έχει καταντήσει πραγματική γάγγραινα, από την οποία εκείνοι που πρωτίστως δοκιμάζονται, είναι οι φτωχότεροι και οι πλέον αδύναμοι. Η Ελλάδα, ιστορικά, υπήρξε συγκεντρωτικό κράτος, με θεσμούς που ανάγονται στη σύσταση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1832, μετά από τέσσερις περίπου αιώνες Οθωμανικής κατοχής. Το διοικητικό σύστημα της χώρας ήταν συγκεντρωτικό, γεγονός επιβεβλημένο ίσως για εκείνη την εποχή, δεδομένου ότι το νέο κράτος συστάθηκε από το μηδέν σε μια χώρα κατεστραμμένη και ερημωμένη από τον σχεδόν δεκαετή ένοπλο αγώνα.
Για 150 και πλέον χρόνια,  η διοικητική οργάνωση της χώρας, σε αποκεντρωμένο επίπεδο, περιλάμβανε την τοπική αυτοδιοίκηση  πρώτου βαθμού (Δήμους και Κοινότητες), αδύναμη και εξαρτημένη από την κεντρική διοίκηση, και τις κρατικές νομαρχίες σε επίπεδου Νομού (54 Νομοί), με επικεφαλής τον διορισμένο από την κυβέρνηση νομάρχη.   Οι Περιφέρειες (13 συνολικά) δημιουργήθηκαν  το 1986 ως αποκεντρωμένες κρατικές μονάδες.
Για πρώτη φορά λειτούργησε αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού μόλις το 1995, σε επίπεδο νομού, ενώ οι 13 περιφέρειες παρέμειναν κρατικές μονάδες.
Η  μεταρρύθμιση του 1999 στον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης (“Ιωάννης Καποδίστριας”) είχε ως συνέπεια από 6000 Δήμους και Κοινότητες, να δημιουργηθούν 900 Δήμοι και 133 Κοινότητες (σύνολο 1033), με μέσο όρο περίπου 10.000 κατοίκους ανά Δήμο. Η μεταρρύθμιση αυτή περιέλαβε όλη την Ελλάδα, εκτός από τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα και Θεσσαλονίκη, όπου ζει ο μισός και πλέον πληθυσμός της Ελλάδας, αλλά και μερικά μικρότερα όπως ο Βόλος).    
Το βασικό  πρόβλημα τόσο της μεταρρύθμισης του 1995 όσο και της μεταρρύθμισης του 1999 υπήρξε η αποσπασματική αντιμετώπιση, αφού δεν εντάχθηκαν  στο πλαίσιο συνολικής μεταρρύθμισης του διοικητικού συστήματος της χώρας, με αποτέλεσμα το κάθε βήμα να μένει μετέωρο.

Έτσι, διαμορφώθηκαν σταδιακά ορισμένες κοινές  παραδοχές σχετικά με την αλλαγή της δομής της τοπικής αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης στην χώρα μας, οι οποίες  ήταν αποτέλεσμα   μακράς διαδικασίας δημοσίου διαλόγου, επιστημονικής προεργασίας και προβληματισμού. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συγκροτήθηκε ευρεία συναίνεση για την ανάγκη μιας μεγάλης διοικητικής μεταρρύθμισης. Το αν το πρόγραμμα «Καλλικράτης» ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της μεγάλης αυτής συναίνεσης, αποτελεί ζήτημα που θα μπορούσε να τεθεί στο διάλογο που θα ακολουθήσει. Το μείζον, φυσικά, πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, είναι ότι με το Μεσοπρόθεσμο η Αυτοδιοίκηση ουσιαστικά καταργείται.
Αναμφίβολα στο σχεδιασμό του «Καλλικράτη» υπήρξαν σημαντικά κενά. Ο «Καλλικράτης», ωστόσο, ατύχησε όχι μόνον γιατί εφαρμόστηκε με καθυστέρηση τουλάχιστον δέκα χρόνων, αλλά κυρίως γιατί εφαρμόστηκε σε συνθήκες πρωτοφανούς οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Όσοι, όμως, αποδίδουν στον «Καλλικράτη» τη σημερινή κατάσταση στην Αυτοδιοίκηση, ας αναλογιστούν ποιες δυνάμεις αντίστασης θα είχε σήμερα αν εξακολουθούσε να λειτουργεί στο επίπεδο των μικρών και ανίσχυρων Δήμων και Κοινοτήτων. Θα είχε σίγουρα ακυρωθεί κάθε δυνατότητα παροχής και των πιο στοιχειωδών υπηρεσιών προς τους πολίτες και θα αποτελούσε εύκολη λεία  στα χέρια όποιων προωθούν την αποδυνάμωση του θεσμού.
  Σε κάθε περίπτωση,  το πρόγραμμα «Καλλικράτης» χαρακτηρίζεται από μια βασική καινοτομία: ότι επιχειρήθηκε, για πρώτη φορά, συνολική  προσέγγιση των δύο βαθμίδων της αυτοδιοίκησης και  της αποκεντρωμένης διοίκησης. Η βασική του αδυναμία είναι ότι δεν περιέλαβε την κορυφαία   των μεταρρυθμίσεων,   δηλαδή τη ριζική αλλαγή  της δομής και λειτουργίας της κεντρικής Διοίκησης, που   παραμένει κεντρικό πολιτικό ζήτημα της χώρας και μεγάλος εθνικός μας στόχος.
Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του κεντρικού κράτους είναι λάθος  να περιοριστεί στην προφανή ανάγκη για μείωση του κόστους λειτουργίας του ή στο θέμα της μείωσης του προσωπικού και μάλιστα με τον οριζόντιο, άδικο και ισοπεδωτικό τρόπο που επιχειρείται σήμερα.
Κεντρικοί στόχοι της μεταρρύθμισης θα πρέπει να είναι:
α/ Η δημιουργία του κράτους των πολιτών και όχι των πελατών, χωρίς ο πολίτης να γίνεται κάθε φορά όμηρος των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων και της σύγχυσης αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα της διοίκησης και της αυτοδιοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό και με βάση την αρχή της συγκέντρωσης του διοικητικού έργου, αρμοδιότητες και λειτουργίες που σχετίζονται με την άμεση εξυπηρέτηση του πολίτη, π.χ. αδειοδοτήσεις, κοινωνικές παροχές κλπ., θα πρέπει να συγκεντρώνονται στο εγγύτερο δυνατό επίπεδο, ασχέτως του ποιος αποφασίζει την παροχή τους. Στις περιπτώσεις αυτές, δηλαδή, οι ΟΤΑ λειτουργούν και ως  αποκεντρωμένες μονάδες της κεντρικής διοίκησης (αναβάθμιση ΚΕΠ, αξιοποίηση νέων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας κλπ).
β/ Το αποφασιστικό χτύπημα της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς, η απαλλαγή της Δ.Δ. από την κομματικο-συνδικαλιστική χειραγώγηση και τον συντεχνιασμό, η απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, ως θεμελιακής αρχής για την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης,
γ/  Η διαφάνεια και η λογοδοσία, ιδίως σε κρίσιμες περιοχές της διοίκησης, όπου λαμβάνονται αποφάσεις μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος.
δ/ Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημόσιων πολιτικών σε συνδυασμό με την ορθολογική χρήση και διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, καθώς και την αξιολόγηση, με αξιοκρατικούς και διαφανείς μηχανισμούς, του προσωπικού και των υπηρεσιών στη βάση μετρήσιμων στόχων. Επιδίωξη, η εξάλειψη των παραγόντων που ευθύνονται για τη χαμηλή αποδοτικότητα - παραγωγικότητα στο ελληνικό δημόσιο, αλλά και ενός συστήματος πρόνοιας το οποίο παγιώνει ανισότητες αντί να τις θεραπεύει.
Αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη –και το λέω γιατί το πρόβλημα είναι πολύ σύνθετο και δεν επιδέχεται απλουστεύσεις - για την επίτευξη των στόχων αυτών είναι η ενίσχυση της επιτελικού ρόλου των κεντρικών υπηρεσιών του κράτους και παράλληλα η ενδυνάμωση της αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση, με την αντίστοιχη –εννοείται- αποκέντρωση πόρων.
 Βασική παραδοχή, λοιπόν: το σύγχρονο κράτος πρέπει να είναι επιτελικό στην κορυφή του, με ενδυνάμωση των επιτελικών, προγραμματικών λειτουργιών του,  ώστε να εγγυάται την ισχυρή διεθνή παρουσία της χώρας και την αποτελεσματική διεύθυνση των εσωτερικών υποθέσεων. Το κεντρικό κράτος διαχειρίζεται τις απολύτως αναγκαίες κρατικές πολιτικές, όπως είναι η άμυνα, η εξωτερική πολιτική, η δημόσια τάξη και ασφάλεια, η δικαιοσύνη, η γενική δημοσιονομική πολιτική. Τα Υπουργεία, συνεπώς, λειτουργούν ως επιτελικά κέντρα του κράτους, όπου διαμορφώνεται το πλαίσιο άσκησης των εκάστοτε δημόσιων πολιτικών, έχουν δε, μόνα αυτά, την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους.
Επομένως επιβάλλεται:
α/ Ο προσεκτικός  καθορισμός των αρμοδιοτήτων που θα παραμείνουν στα υπουργεία, προκειμένου αυτά να καταστούν πραγματικά επιτελικά.
β/ Η αποκέντρωση, είτε καθ’ ύλην είτε κατά τόπον, των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων.
γ/ Ο επιμερισμός των αποκεντρωμένων αρμοδιοτήτων είτε στα περιφερειακά κρατικά όργανα (θέμα για το οποίο θα κάνουμε αναφορά πιο κάτω) είτε στα αυτοδιοικητικά όργανα των δύο βαθμίδων. Αναπόφευκτα και μέχρι τη συνταγματική μεταρρύθμιση, οι αρμοδιότητες που έχουν κριθεί από το ΣτΕ ως μη μεταβιβαστές στην  Αυτοδιοίκηση, με βάση το ισχύον  Σύνταγμα, θα ασκούνται από αποκεντρωμένα κρατικά όργανα.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να ανασχεδιαστεί εκ βάθρων το σύστημα αλλά και η μέθοδος ορισμού των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης, αποκεντρωμένων οργάνων και Αυτοδιοίκησης, με κριτήρια κυρίως λειτουργικά αλλά και νομικά.
Ποιο, όμως, είναι το κεντρικό πρόβλημα που περιορίζει το ρόλο της Αυτοδιοίκησης και δεν διευκολύνει την ένταξή της σε ένα συνολικό σύστημα διακυβέρνησης των δημοσίων υποθέσεων; Είναι η έννοια «τοπική υπόθεση» και η ερμηνεία που έχει δοθεί στην έννοια αυτή κυρίως από το ΣτΕ.
Επισημαίνουμε πάντως ότι με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 δόθηκε η δυνατότητα να ανατίθεται με νόμο στους ΟΤΑ η άσκηση αρμοδιοτήτων που αποτελούν αποστολή του κράτους. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να αξιοποιηθεί. Έτσι, αντί να προβλέπεται εξαντλητικά τι ανήκει στους ΟΤΑ, το σωστό είναι να απαριθμούνται περιοριστικά και με σαφήνεια οι αρμοδιότητες που είναι αναγκαίο να παραμείνουν στη διαχείριση ενός επιτελικού κεντρικού κράτους και των αποκεντρωμένων οργάνων του. Όλες οι άλλες αρμοδιότητες να αποδοθούν στους αυτοδιοικητικούς θεσμούς, διευρύνοντας σημαντικά την έννοια των «τοπικών υποθέσεων» και αντιστρέφοντας ουσιαστικά, υπέρ της Αυτοδιοίκησης, το τεκμήριο της αρμοδιότητας.
Επομένως, οι αρμοδιότητες που δεν θα έχουν υπαχθεί εξαντλητικά και με σαφήνεια στην Κεντρική ή την αποκεντρωμένη κρατική Διοίκηση, θα υπάγονται, κατά τεκμήριο, στην αυτοδιοίκηση α’ και β’ βαθμού, ως δημόσιες υποθέσεις τοπικού ενδιαφέροντος.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να θέσω δύο θέματα:
1. Το θέμα της αρχής της επικουρικότητας: η  αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η απόφαση παίρνεται στο πλησιέστερο δυνατό προς τον πολίτη επίπεδο, αποτελεί σίγουρα ένα ασφαλές κριτήριο. Χρειάζεται, ωστόσο, να προφυλαχθούμε από σκόπιμες, συνήθως, στρεβλώσεις αυτής της αρχής.
Έχει διαπιστωθεί, επί παραδείγματι, ότι η αρχή της επικουρικότητας αξιοποιείται από τις δυνάμεις εκείνες που θέλουν να επιβάλουν μια αυστηρή και κάθετη ιεραρχική δομή στο σύστημα διακυβέρνησης. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας δομής, ο ρόλος των τοπικών Αρχών προφανώς και προβλέπεται υποβαθμισμένος, αφού αυτές αποτελούν το «κατώτερο» επίπεδο, χωρίς μάλιστα να εξασφαλίζεται, όπως διατείνονται, η αποτελεσματικότητα.
Γι’αυτό, είναι πλέον αναγκαία η ευρεία ερμηνεία της αρχής της επικουρικότητας και η στενότερη σύνδεσή της με τις αρχές της εγγύτητας και της συνέργειας, με στόχο να βρεθεί στο επίκεντρο το συμφέρον του πολίτη. Η κοινωνία είναι δυναμική και όχι στατική. Το διοικητικό σύστημα, συνεπώς, πρέπει να ανταποκρίνεται με ταχύτητα και επάρκεια στις ανάγκες της κοινωνίας.
Η πράξη, εξάλλου, δείχνει ότι δεν αρκεί η αυστηρή τυποποίηση των αρμοδιοτήτων ούτε ο αυστηρός λειτουργικός διαχωρισμός και η εξειδίκευσή τους ανά επίπεδο διοίκησης (Κεντρικό Κράτος,   αποκεντρωμένες κρατικές υπηρεσίες,   αιρετές Περιφέρειες,   Δήμοι), προκειμένου να μην ανακύψουν προβλήματα συγχύσεων, αλληλοεπικαλύψεων και θεσμικών ανταγωνισμών. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να προβλέπονται τρόποι συνάρθωσης των αρμοδιοτήτων, είτε μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διοίκησης, είτε εντός του ίδιου επιπέδου, που θα βελτιώνουν τη λειτουργία των υπηρεσιών και την εξυπηρέτηση του πολίτη.
Προκύπτει, συνεπώς, η ανάγκη της συνέργειας, η ανάγκη δηλαδή ισότιμης και οριζόντιας σύμπραξης των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης. Και για να γίνει πιο κατανοητό: κρίσιμα προβλήματα της εποχής μας, όπως η ανεργία, το περιβάλλον, η ανάπτυξη της υπαίθρου, η υγεία και η εκπαίδευση, η κοινωνική μέριμνα, δεν αντιμετωπίζονται ούτε με εντολές «των πάνω προς τους κάτω» ούτε από ένα μόνον επίπεδο διοίκησης. Απαιτείται, αντίθετα, η συνεργασία και η σύμπραξη όλων των επιπέδων διοίκησης, με διακριτούς φυσικά ρόλους και οριοθετημένες αρμοδιότητες, ώστε να απαντάται ταυτόχρονα με σαφήνεια το ερώτημα «ποιος κάνει τι;».

2. Το θέμα των αποκεντρωμένων οργάνων του κράτους: το άρθρο 101 του Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι η διοίκηση του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Προβλέπει, επίσης, ρητά την ύπαρξη περιφερειακών κρατικών οργάνων.
Η μεταρρύθμιση του Καλλικράτη μπορεί να προσέγγισε μεν ενιαία τις δύο βαθμίδες της αυτοδιοίκησης και  την αποκεντρωμένη διοίκηση, δεν έλυσε όμως το πρόβλημα του κατακερματισμού που εξακολουθεί να υπάρχει στη διοίκηση  των αποκεντρωμένων κρατικών λειτουργιών και αρμοδιοτήτων.  Το αποτέλεσμα είναι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση και ο διορισμένος από την κυβέρνηση Γενικός Γραμματέας της να μην αποτελούν το ενιαίο κέντρο διοίκησης των   αποκεντρωμένων στην αντίστοιχη περιφέρεια κρατικών λειτουργιών και αρμοδιοτήτων, αφού δίπλα τους υπάρχουν και λειτουργούν ανεξάρτητα, αναφερόμενες στα οικεία υπουργεία,  οι Υγειονομικές Περιφέρειες,  οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, τα περιφερειακά όργανα της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής και του Λιμενικού Σώματος, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Πολιτισμού κλπ. 
 Η άποψή μας είναι ότι το κεντρικό κράτος προφανώς και θα διατηρεί κάποιες αποκεντρωμένες υπηρεσίες, όπου αυτό είναι αναγκαίο, δεν υπάρχει όμως κανένας απολύτως λόγος να διατηρηθούν οι  Αποκεντρωμένες Διοικήσεις  και, φυσικά, ο μετακλητός Γενικός Γραμματέας. Όπως άλλωστε αποδείχθηκε, για μια ακόμη φορά, από τον πρόσφατο ορισμό  των νέων Γενικών Γραμματέων, πρόκειται κατά κανόνα για κομματικά στελέχη περιφερειακού επιπέδου, των οποίων η αποστολή είναι να λειτουργήσουν ως τοποτηρητές του κυβερνητικού κομματικού συστήματος, χειριζόμενοι,  με αυτή τη  νομιμοποίηση, κρίσιμα διοικητικά και αναπτυξιακά θέματα. Να λειτουργήσουν, επίσης  ως επόπτες των Περιφερειών και των Δήμων διαιωνίζοντας  τη διοικητική  και πολιτική  εξάρτηση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δεν είναι τυχαίο ότι  οι διαδοχικές από το 2010 κυβερνήσεις, για προφανείς πολιτικούς λόγους καθυστερούν   τη συγκρότηση  των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας ΟΤΑ που προβλέπονται από τον «Καλλικράτη» και την επιλογή των Ελεγκτών Νομιμότητας.
Πιστεύουμε ότι η κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων αποτελεί αναγκαίο βήμα για την ανασυγκρότηση της διοικητικής δομής του Κράτους.
Η κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων πρέπει να δρομολογηθεί στο πλαίσιο του  συνολικού σχεδίου μεταρρύθμισης στο διοικητικό σύστημα της χώρας, ώστε να προβλεφθεί:
• Η ανάθεση στις αιρετές Περιφέρειες και των κρατικών λειτουργιών που σήμερα ασκούν σήμερα τόσο οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, όσο και οι Υγειονομικές Περιφέρειες και οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης,  διασφαλίζοντας ταυτόχρονα  την επικοινωνία  και τον συντονισμό με τα αντίστοιχα Υπουργεία.
• Η αναθεώρηση όλου το πλαισίου των ελέγχων και η άμεση συγκρότηση των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας ΟΤΑ. Οι δομές του ελέγχου της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης είναι αναγκαίο να υπάγονται κεντρικά σε Ανεξάρτητη Αρχή, της οποίας οι Ελεγκτές Νομιμότητας θα είναι το αποκεντρωμένο επίπεδο.
Όπως έγραψε και ο Γ.Βούλγαρης, ζούμε σήμερα τη διάλυση του μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού. Το ερώτημα είναι αν η εξελισσόμενη διάλυσή του θα οδηγήσει στην κοινωνική αποσάθρωση ή αν θα μετασχηματιστεί στην προοπτική ανανέωσης της δημοκρατίας και ανασυγκρότησης της κοινωνίας.
Είναι βέβαιο πως πρωτοβουλίες όπως τα σεμινάρια και τα εργαστήρια παραγωγής ιδεών που οργανώνει η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας υπηρετούν  το δεύτερο σενάριο, δηλαδή την ελπιδοφόρα προοπτική. Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω για την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω κι εγώ στον προβληματισμό, καταθέτοντας κάποιες σκέψεις πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που έχουν τεθεί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου